Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Insomnia II

Δε μπορω να κοιμηθω. Δε ξερω γιατι, ισως φταιει η ζεστη. Ισως το οτι ακομα δεν πηγε δυο και τελευταια κοιμαμαι στις εφτα-- αν κοιμηθω καθολου. Γι' αυτο αποφασισα να γραψω ενα παραμυθακι για να κοιμησω τον εαυτο μου μεχρι να εξαντληθει η μπαταρια του κινητου. Θα το ονομασω, surprisingly, ο μπλογκερ που δεν μπορουσε να κοιμηθει.

Μια φορα κι εναν καιρο, σε ενα μικρο, σκατενιο, ακαταστατο διαμερισμα, ζουσε ενας νεαρος μπλογκερ, ο Τεντ. Ηταν εξυπνος, και του αρεσε να λεει πραγματα που οι αλλοι δεν ηταν απαραιτητο να καταλαβουν. Αυτος ομως τα καταλαβαινε, και καθε αποκρυφο αστειο, καθε παραξενη αναφορα του εφερνε ενα παιδικο γελακι και μια αυνανιστικη χαρα.
Ο Τεντ περνουσε τις μερες του διαβαζοντας βιβλια που δεν θα τον βοηθουσαν να τελειωσει τη σχολη, κανοντας γυμναστιλη για να διατηρει το εκπληκτικο σωμα του, και μπλογκαροντας. (Φακ, επεσε το σημα της Κοσμοτε, αν στο τελος το 'χω γραψει ολο αυτο και χαθει, θα χαρακωσω τις ρωγες μου.) Το πρωι, μαζι με τον καφε του και το πρωινο του Μαρλμπορο, καθοταν στο λαπτοπ του και τσεκαρε το Tumblr του.
Ποσα θαυμαστα πραγματα εβλεπε εκει μεσα! Κινουμενες εικονες, φρασεις απο ξεχασμενους σταρ και ταινιες που σωζονται μοναχα σε παλιες, βινταζ βιντεοκασετες. Ο Τεντ εκτιμουσε τα παλια πραγματα. Ολη του τη ζωη ευχοταν να βρει μια ξεθωριασμενη, κουρασμενη πενηνταρα, που ομως ακομα ηταν καυλα, και να γινοταν το παιχνιδακι της. Αυτη θα του αγοραζε ρουχα, μοδες της εποχης της κι αυτος θα της κρατουσε παρεα τα κρυα, μοναχικα βραδια.
Τα δικα του κρυα, μοναχικα βραδια, τα περναγε στο Blogspot, οπου εγραφε ιστοριες και ανεβαζε χαζες φωτογραφιες, προσπαθωντας να κανει τον κοσμο να γελασει. Ειχε καταλαβει, μετα απο καποια ηλικια, πως το γελιο ηταν ο καλυτερος τροπος να ερθεις κοντα με τους ανθρωπους, χωρις να παρουμ μυρωδια ποσο κατεστραμμενος εισαι.
Κι οταν δεν του εμεναν πια αλλες ιστοριες κι αλλες φωτογραφιες, ξαπλωνε στο κρεβατι του, εκλεινε τα ματια του και προσπαθουσε να κοιμηθει.
Αλιμονο, ομως-- τουτο το βραδυ ο υπνος ηταν δυστροπος, δεν ελεγε να 'ρθει. Οσο κι αν προσευχοταν σε ο,τι θεοτητα πιστευε - στις καλες προθεσεις του καπιταλισμου και στην καρδια της ποπ μουσικης απο τα 90s - τα σωμα του δεν ελεγε να χαλαρωσει και τα ματια του δεν ελεγαν να μεινουν σφαλισμενα. Ισως εφταιγε ο φιλος του, ο Εκτορας, που του ειχε πει την προηγουμενη μερα πως ολοι στον υπνο μας τρωμε αραχνες, γιατι οι αραχνες μπορουν να μπουνε μεσα σου κι απο τα αυτια. Δεν του αρεσε η προοπτικη να φαει αραχνες στον υπνο του, δεν του αρεσε καθολου.
Ανακαθισε στο στρωμα του και αναψε τσιγαρο. (Φακ, μου τελειωσαν τα τσιγαρα κι ο μπαμπας μου καπνιζει GR, ιουυυυ.) Σκεφτηκε τι μπορουσε να κανει για να κουραστει. Σκεφτηκε πως ισως ο υπνος δεν του 'κανε τη χαρη γιατι η ζωη του ηταν γεματη τεμπελια. Και δεν ηταν ομορφη σκεψη. Ποσο μαλλον, ηταν μια σκεψη που τον γεμισε τρομο, και τον παρελυσε, κι ο Τεμτ ξαπλωσε στο χαλι του, αναμεσα σε βιβλια και τετραδια και μολυβια και ρουχα, κι εβαλε τα κλαματα για την τεμπελικη ζωη του. Ο υπνος δεν ειχε αδικο που τον ειχε λησμονησει (απαισια λεξη), κι επρεπε να κανει αλλαγες.
Σηκωθηκε απο το χαλι και ντυθηκε. Εβαλε τα παπουτσια του και βγηκε εξω, για περπατημα. Ισως αν περπατουσε, αυτες οι ασχημες σκεψεις να 'φευγαν μακρια. Ισως ακομα και να 'βρισκε στο δρομο κερματα πεταμενα. Ποσο του αρεσε να βρισκει κερματα πεταμενα, ηταν οι μικροι του θησαυροι. Ισως, παλι, να 'βρισκε τον ερωτα της ζωης του. Ποιος ξερει αραγε τι βρισκει κανεις μεσα στη νυχτα οταν δεν εχει να μπλογκαρει. Δεν μπορουσε να περιμενει να ζησει μια απιθανη, νυχτεριμη περιπετεια, κι επειτα να γυρισει σπιτι να μπλογκαρει γι' αυτην...

Ο δρομος ηταν σκοτεινος, μα ειχε κοσμο. Ο Τεντ ειχε φορεσει τα ωραια του παπουτσια, και μια μπλουζα που τον εκανε να μοιαζει με ναυτικο. Ειχε ακουσει πως οι γυναικες καποιας ηλικιας ηθελαν τους ναυτικους. Σταθηκε σε μια γωνια, πανω σε μια λαμπα, κι αναψε τσιγαρο. Ενα αυτοκινητο τον πλησιασε. Το οδηγουσε μια μεγαλη κυρια. Τον ρωτησε αν παει καπου, κι αυτος απαντησε πως φοβαται οτι η ζωη του δεν παει πουθενα. Του ειπε να μπει μεσα στο αμαξι, κι αυτη θα του 'δινε σκοπο, κι ετσι εκανε...

Κι εδω τελειωνει γιατι η μπαταρια μου πεθαινει κι ο φορτιστης ειναι μακρια κι αντε χεσου. Η γρια εβγαλε αραχνες απο το μουνι της καιτον καταβροχθισε. Οκει,καληνυχτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου